4 Δεκεμβρίου 2020
ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Στρατηγική της, η ένταση της εκμετάλλευσης και καθυπόταξη των εργαζόμενων γυναικών

Παρατηρώντας τη δραστηριότητα των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων στον τομέα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης με μια πρώτη ματιά προκύπτει εύλογα το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν οι αχόρταγοι για κέρδη μονοπωλιακοί όμιλοι να διαθέτουν χρηματικά ποσά για τις φτωχές οικογένειες και τα άπορα παιδιά, να λειτουργούν κοινωνικά παντοπωλεία, να ανακαινίζουν νηπιαγωγεία, να δείχνουν ενδιαφέρον για τα σύγχρονα προβλήματα της εργαζόμενης γυναίκας και το συγκερασμό της επαγγελματικής και της προσωπικής της ζωής;».

Μήπως έχει δίκιο ο πρόεδρος της επιτροπής Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου που είπε πως «οι επιχειρήσεις μέσα στην οικονομική κρίση θα προστατεύσουν την κοινωνία που τις προτιμά και τις υποστηρίζει, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται;1

Δεν είναι άλλωστε οι ίδιοι οι μονοπωλιακοί όμιλοι που μέσα από την ολοένα μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, την ολοένα ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, την εξάπλωση της φτώχειας και της εξαθλίωσης σε μεγαλύτερα τμήματα του εργαζόμενου πληθυσμού, απομυζούν με μανία και ιδιοποιούνται τον πλούτο της κοινωνίας, αντλώντας αμύθητα κέρδη ακόμα και σε περιόδους κρίσης; Μήπως τελικά έχουν ευαισθησίες και ηθική;

Ακόμα και αν τα κίνητρά τους δεν είναι καλοπροαίρετα, μήπως τελικά κάτι καλό μένει σαν αποτέλεσμα των φιλάνθρωπων πράξεών τους και πρέπει να αρκεστούμε σε αυτό το γεγονός; Μήπως υπάρχουν πλευρές της δράσης μιας επιχείρησης που δε θίγουν τους εργάτες και είναι αδιάφορες, ουδέτερες και ανεξάρτητες από την αντίθεση των συμφερόντων τους;

Στόχος το κέρδος

Πριν ξεκινήσουμε να δίνουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα ας δούμε πώς τα ίδια τα επιτελεία των κεφαλαιοκρατών τοποθετούνται και χαράζουν τους στόχους τους στο όνομα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση αναφέρει την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ακριβέστερη έννοια του όρου είναι υπευθυνότητα) σαν μια έννοια σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση κοινωνικές και περιβαλλοντικές δράσεις στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι δράσεις αυτές είναι εθελοντικές και πέρα από τις (ελάχιστες) νομικές, κανονιστικές ή θεσμικές υποχρεώσεις για συμμόρφωση που τις βαρύνουν. Η ανταπόδοση συνίσταται στο ότι οι ενέργειες των επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση περιβαλλοντικών ζητημάτων δημιουργούν καλή φήμη, αναγνωρισιμότητα και, τελικά, κέρδη2.

Από το παραπάνω απόσπασμα γίνεται με μια πρώτη ματιά εμφανές πως δεν προκύπτει μια ηθική και ευαισθησία των επιχειρήσεων που υπάρχουν έμφυτες σε αυτές, αλλά αυτές οι έννοιες εισάγονται από έξω, αφού γίνεται λόγος για δράσεις που εθελοντικά μπορούν να υιοθετηθούν. Επίσης, δεν επιβάλλεται η εφαρμογή αυτών των δράσεων στις επιχειρήσεις με κάποιο νόμο. Ωστόσο, είναι στη στρατηγική της ΕΕ και των εθνικών κυβερνήσεων να προωθούν, να ελέγχουν και να αναπροσαρμόζουν συστηματικά την πολιτική τους για την ΕΚΕ καθώς θεωρείται πως συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας και των στόχων της ΕΕ. Από το παραπάνω απόσπασμα προκύπτει επίσης πως σκοπός της ΕΚΕ δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο το κέρδος (και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς) μέσω της φήμης και της αναγνωρισιμότητας. Με άλλα λόγια, η πολυδιαφημιζόμενη ΕΚΕ, η γεμάτη ευαισθησία και συμπόνια φιλανθρωπία των καπιταλιστών δεν είναι τίποτα άλλο παρά επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενταγμένες στη στρατηγική της καπιταλιστικής επιχείρησης με σκοπό το κέρδος.

Δεν είναι τυχαίο πως στην εκφρασμένη αγωνία για την παραπέρα ενίσχυση της ΕΚΕ εν μέσω οικονομικής κρίσης και μειωμένης αντοχής των επιχειρήσεων να αντεπεξέλθουν σ’ αυτή οι ίδιοι οι επιχειρηματίες απαντάνε πως η «κοινωνική υπευθυνότητα» αποτελεί μακροπρόθεσμη επένδυση και όχι περιττή πολυτέλεια με στόχο το συγκυριακό κέρδος3.

Επίσης, πρέπει να προσθέσουμε πως τα χρηματικά ποσά που επενδύονται στην ΕΚΕ είναι αμελητέα μπροστά στα οικονομικά μεγέθη αυτών των επιχειρήσεων4.

Αυτού του είδους η επένδυση είναι μια περιορισμένη πλευρά μιας πολύμορφης δραστηριότητας του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο που απλώνεται σε διάφορες χώρες, που η «φιλανθρωπία» και η «κοινωνική ευαισθησία» γίνεται το περίβλημα μιας αναπτυσσόμενης παγκόσμιας βιομηχανίας, σε αλληλοσύνδεση με τη λεγόμενη κοινωνική οικονομία. Είναι μια μορφή άμεσης και κατευθείαν τοποθέτησης κεφαλαίων σε τομείς που δεν καλύπτονται ή καλύπτονται περιορισμένα από τον κρατικό τομέα, ή που έχουν αυξημένο ρίσκο και το αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις για να ανακαλύψουν νέες «πρωτοπόρες» λύσεις, οι οποίες θα μπορούν να υιοθετηθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα5. Δίνουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό. Απ’ το Ιδρυμα Γκέιτς δόθηκαν 7,5 εκατομμύρια δολάρια σε έναν άλλο αμερικανικό μη κερδοσκοπικό Οργανισμό, τον TechnoServe, για να εκπαιδεύσει αγρότες που παράγουν μάνγκο και άλλα φρούτα στην Ουγκάντα και την Κένυα, ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα και ν’ αυξήσουν την παραγωγή τους, την οποία όμως θα πρέπει να πουλούν σε εταιρεία στην οποία έχει επενδύσει το Ιδρυμα Γκέιτς. Θα δοθούν χρήματα και στους αγρότες, αλλά με τη μορφή δανείου. Δηλαδή, και κέρδη για εταιρεία του Γκέιτς και μόνιμη εξάρτηση των αγροτών από τις τράπεζες. Δεν είναι καθόλου υπερβολή ότι χρέος στις τράπεζες είναι μια σύγχρονη μορφή της δουλείας. Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο αναζητά νέα πεδία δράσης, από την «πράσινη ανάπτυξη» και την «αειφορία», ως την «κοινωνική οικονομία» και τις δήθεν μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα επιχειρήσεις για να απομυζήσει κέρδη, να εξασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του.

Και χειραγώγηση εργαζομένων και εκτόνωση των αγωνιστικών διαθέσεων

Αν θέλαμε να προσθέσουμε άλλη μια πλευρά θα λέγαμε πως η ΕΚΕ έχει εξελιχθεί σε αναγκαίο όρο χειραγώγησης των εργατικών και λαϊκών μαζών από την πλευρά του κεφαλαίου και εν μέσω κρίσης παίζει ακόμα πιο σημαντικό ρόλο ως προς αυτό. Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω λόγια μέλους του ΔΣ του Ινστιτούτου Εταιρικής Ευθύνης: «Τα τελευταία δύο χρόνια ολόκληρος ο κόσμος αντιμετωπίζει βαθιά οικονομική κρίση. Ιδιαίτερα η χώρα μας διανύει τη χειρότερη και δυσκολότερη κρίση της πρόσφατης ιστορίας της(…) Μια τέτοια κατάσταση αναπόφευκτα επιφέρει σοβαρότατες επιπτώσεις και στον κόσμο των επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, σε περιόδους κρίσης όλοι οι εταιρικοί δείκτες πέφτουν. Η εμπιστοσύνη του κοινού στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων και των θεσμών κλονίζεται. Η εικόνα των επιχειρήσεων επιδεινώνεται, καθώς όλο και περισσότερες τείνουν να θεωρούνται αμείλικτες και ανεύθυνες»6.

Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη νέα ευρωπαϊκή πολιτική για την ΕΚΕ τονίζει πως ένας από τους 8 τομείς του προγράμματος δράσης για την περίοδο 2011 – 2014 είναι η «βελτίωση και παρακολούθηση των επιπέδων της εμπιστοσύνης προς τις επιχειρήσεις: Η Επιτροπή θα προωθήσει έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με το ρόλο και τις δυνατότητες των επιχειρήσεων και θα οργανώσει έρευνες, σχετικά με την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις επιχειρήσεις»7.

Είναι ολοφάνερο πως τα αστικά επιτελεία δεν μένουν αδιάφορα στις επιπτώσεις που έχει η οικονομική καπιταλιστική κρίση και στις συνέπειες που αυτή επιφέρει στη ζωή εκατομμυρίων εργατριών και εργατών, των λαϊκών στρωμάτων. Προετοιμάζονται εντατικά μπροστά στο ενδεχόμενο μετατροπής της αγανάκτησης που συσσωρεύεται σε πολιτική, συνειδητή και οργανωμένη λαϊκή δράση με στόχο τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Ο κλυδωνισμός της εμπιστοσύνης του λαού προς τα μονοπώλια και τα κόμματα που τα υπηρετούν, είναι γι’ αυτούς σοβαρό πρόβλημα, είναι αυτό που τρέμουν, που προσπαθούν με κάθε μέσο να αποφύγουν, αξιοποιώντας κάθε διαχειριστική αστική και οπορτουνιστική πολιτική πρόταση, που συσκοτίζει το ρόλο των μονοπωλίων, τους δημιουργεί ένα κοινωνικό προφίλ, που τα θέτει εκτός πλάνου στη δράση του λαού.

Το «κοινωνικό παντοπωλείο» για απόρους που λειτουργεί η «Καρφούρ», η ενίσχυση άπορων και ορφανών παιδιών από την Τράπεζα Πειραιώς, τα προγράμματα δωρεάν χορήγησης πετρελαίου θέρμανσης από τα «Ελληνικά Πετρέλαια» σε άπορες οικογένειες στο Θριάσιο, η ενίσχυση αθλητικών συλλόγων της γειτονιάς από τη «Μαρφίν», το σύμφωνο συνεργασίας του υπουργείου Εργασίας και του Ελληνικού Δικτύου για την ΕΚΕ για την καταπολέμηση της ακραίας παιδικής φτώχειας και την ένταξη νέων στην αγορά εργασίας, είναι μερικά παραδείγματα για το πώς εννοούν την κοινωνική πολιτική οι κεφαλαιοκράτες. Με αυτήν απλώς ορίζουν τη γραμμή της ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης, που κάτω από αυτή δεν υπάρχει ζωή για την εργατική τάξη. Διαπαιδαγωγούν την εργατική τάξη να κάνει έκπτωση από τις σύγχρονες ανάγκες της, να αντιμετωπίζει την ακραία φτώχεια ως αναπόφευκτη δυστυχία, που χρήζει μόνο φιλανθρωπίας και όχι βέβαια ριζικής αντιμετώπισης. Καλλιεργούν, δηλαδή, την ανοχή στη φτώχεια, τη συνεχή μείωση των προσδοκιών και των απαιτήσεων στη ζωή των λαϊκών οικογενειών.

Ετσι, από τη μία οι πολυεθνικές δημιουργούν τις συνθήκες για να χειροτερεύουν συνεχώς οι όροι ζωής συνολικά της εργατικής τάξης και από την άλλη μασκαρεύονται με το προσωπείο της κοινωνικής ευαισθησίας, θέλοντας να αποδείξουν, ιδιαίτερα στους εργαζόμενους μέσα στα πλαίσια των δικών τους επιχειρήσεων, πως έχουν «κοινωνική προσφορά», «ηθικές αξίες», «συναίσθηση και συνυπευθυνότητα για το συλλογικό κοινό καλό». Τελικά, να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της κοινότητας συμφερόντων μέσα στην επιχείρηση, να πετύχουν την ταξική συμφιλίωση και ειρήνη.

Στο πλαίσιο μιας επιχείρησης η ΕΚΕ καλύπτει πλευρές όπως: Η ψυχολογική στήριξη των εργαζομένων για την καταπολέμηση του άγχους και δύσκολων καταστάσεων (π.χ., επίπληξη, απόλυση), η κατάρτιση (σεμινάρια), ο εθελοντισμός, η υγεία (ιδιωτική ασφάλιση), κάποιες παροχές για την οικογένεια του εργαζόμενου (παιδικές κατασκηνώσεις και άλλες δραστηριότητες για τα παιδιά).

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η ΕΚΕ λειτουργεί ως πολιτική χειραγώγησης απέναντι στους εργαζόμενους, έχει στόχο να καλλιεργήσει κλίμα συμφιλίωσης των διαμετρικά αντίθετων συμφερόντων εργοδοσίας και εργαζομένων με την υποταγή των τελευταίων στους στόχους της κερδοφορίας. Σε αυτά τα πλαίσια προωθούνται πιο εύκολα οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών, οι περικοπές, η κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων, η εργοδοτική τρομοκρατία, η «απαγόρευση» της απεργίας.

Ειδικά για τις γυναίκες

Ειδικό ενδιαφέρον έχουν οι επιχειρήσεις για τα ζητήματα που αφορούν τις εργαζόμενες γυναίκες. Εχει σημασία να προσεγγίσουμε τον τρόπο που θέτουν και διαστρεβλώνουν το υπαρκτό πρόβλημα της γυναικείας ανισοτιμίας. Με λίγα λόγια θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως εξής: «Οι γυναίκες είναι ο μισός πληθυσμός, αποκτούν ολοένα ανώτερη και ανώτατη μόρφωση, είναι οικονομικά ανεξάρτητες μιας και εργάζονται περισσότερες απ’ όσες εργάζονταν σε προηγούμενες δεκαετίες. Ως καταναλώτριες ρυθμίζουν σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους άντρες την κατανάλωση εμπορευμάτων και υπηρεσιών που χρειάζεται η οικογένεια. Ομως, δεν αξιοποιούνται στο βαθμό των δυνατοτήτων τους ως εργατικό δυναμικό, που υπάρχει σε αφθονία στον εφεδρικό στρατό των ανέργων, αλλά και όταν εργάζονται δεν εξελίσσονται εύκολα ως τις διευθυντικές βαθμίδες, δεν αξιοποιούνται πάντα στον καταμερισμό της εργασίας ανάλογα με τη μόρφωσή τους. Μια αιτία είναι η δυσκολία συγκερασμού των επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων και είναι ζητούμενο πώς η εργαζόμενη γυναίκα απρόσκοπτα θα επιτελεί τα καθήκοντα της δουλειάς»8.

Στην παραπάνω προσέγγιση απαντούν πως η λύση είναι η ισότητα των φύλων και η διαφορετικότητα μέσω της παροχής ευέλικτου ωραρίου εργασίας προς τις εργαζόμενες μητέρες/γονείς, της ολικής ή μερικής κάλυψης εξόδων για βρεφονηπιακό σταθμό ή της παροχής πρόσθετης αδείας για την ανατροφή του παιδιού.

Στη «Shell Hellas», που αναπτύχθηκε ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα για τις εργαζόμενες του ομίλου, που ονομάζεται «Women’s Career Development Program», σχεδιασμένο για γυναίκες που ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα σχετικά με την ισορροπημένη επίτευξη των επαγγελματικών και προσωπικών στόχων τους, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, υλοποιούσαν τις παρακάτω δράσεις:

• Ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των γυναικών σχετικά με θέματα που τις απασχολούν στο χώρο εργασίας

• Αξιολόγηση της προσέγγισης που έχουν απέναντι στην επαγγελματική και προσωπική ζωή τους

• Διευκρίνιση και επαναπροσδιορισμός των επαγγελματικών τους στόχων και η προσέγγισή τους με επιτυχία

• Η κατανόηση του δικού τους στιλ διοίκησης, αλλά και πώς αυτό γίνεται αντιληπτό από τους συναδέλφους τους

• Ο εντοπισμός των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ ανδρών και γυναικών στην καθημερινή επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων9.

Με τέτοιες μεθόδους προσεγγίζουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη γυναίκα, ως προβλήματα φύλου μεταξύ ανδρών και γυναικών, ψυχολογικού και ατομικού προφίλ της καθεμιάς, ενώ είναι προβλήματα που γεννά ο ίδιος ο καπιταλισμός μαζί με την ανισότιμη φυλετικά θέση που έχει η γυναίκα στο καθεστώς της ταξικής εκμετάλλευσης. Τα λύνουν με τις συνταγές που μόνο ο καπιταλισμός γνωρίζει, δηλαδή με τη γενίκευση των ελαστικών μορφών εργασίας, με τη δουλειά χωρίς ωράριο, ακόμα και στο σπίτι, με τη φύλαξη, δηλαδή το πάρκινγκ, παιδιών σε απαράδεκτους για τη διαπαιδαγώγηση παιδιών παιδικούς σταθμούς, με τη χειραγώγηση των εργαζόμενων γυναικών.

Γιατί όμως μια επιχείρηση προσπαθεί να λύσει έστω και με αυτό τον τρόπο το πρόβλημα του παιδικού σταθμού, την επιμήκυνση της άδειας μητρότητας, δηλαδή την ανάγκη μιας εργαζόμενης γυναίκας να μη βρεθεί εκτός παραγωγής μετά από τη γέννηση των παιδιών της; Είναι προφανές πως δεν ενδιαφέρεται η επιχείρηση και όλες οι επιχειρήσεις στο σύνολό τους γενικά για να έχουν παιδικό σταθμό όλα τα παιδιά των εργαζόμενων γυναικών. Δε λείπουν, αντίθετα γενικεύονται οι απολύσεις εγκύων, νέων μητέρων. Επίσης, είναι χιλιάδες τα παιδιά που βρίσκονται εκτός παιδικών σταθμών και αντίστοιχα οι γυναίκες που βρίσκονται σε απόγνωση λόγω αυτής της άθλιας κατάστασης. Οι ίδιοι δεν κάνουν λόγο για καθολική εφαρμογή τέτοιων μέτρων. Ανάλογα με τις ανάγκες κάθε επιχείρησης χωριστά και το οικονομικό όφελος που έχει προωθείται μια τέτοια λύση, που έχει στόχο να εντείνει την εκμετάλλευση απέναντι στις εργαζόμενες γυναίκες. Γιατί αν αντιστρέψουμε το σύνθημα το αφεντικό δεν μπορεί χωρίς τους εργάτες και τις εργάτριες γιατί ακριβώς χωρίς αυτούς δεν μπορεί να γυρίσει ούτε ένα γρανάζι στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Και ειδικά η εργατική δύναμη της γυναίκας είναι μια σημαντική πηγή άντλησης υπεραξίας για τον καπιταλιστή αφού από τα μειωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά της δικαιώματα απομυζά μεγαλύτερη υπεραξία άρα και μεγαλύτερο κέρδος.

Η διέξοδος για τους εργαζόμενους

Αυτή η πλευρά της δράσης των μονοπωλίων πρέπει να απασχολήσει παραπέρα το εργατικό – λαϊκό κίνημα, τα εργατικά σωματεία, τους συλλόγους της γειτονιάς, τους γυναικείους συλλόγους. Να αντιτάξουν απέναντι στη στρατηγική των μονοπωλιακών ομίλων και του αστικού κράτους τα πραγματικά συμφέροντα των εργαζομένων που αντιστοιχούν στις σύγχρονες ανάγκες τους. Να αντιπαλέψουν κάθε προσπάθεια επιβολής ταξικής ειρήνης, να οξύνουν τον πόλεμο με την πλουτοκρατία. Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενες γυναίκες στα εργοστάσια, στα σούπερ μάρκετ, σε κάθε χώρο δουλειάς, στις λαϊκές γειτονιές έχουν μόνο συμφέρον να απαλλαγούν από τα δεσμά των μονοπωλίων, να κόψουν τα πλοκάμια που απλώνουν στις γειτονιές, στα σχολεία, σε ολόκληρες περιοχές στο όνομα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας. Εχουν μόνο συμφέρον την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων με εργατική εξουσία για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, την εξάλειψη της πηγής της γυναικείας ανισοτιμίας.

ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΦΙΛΗ

ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΘΗΝΑΣ