22 Ιουνίου 2021
Κόντρα στην κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων

Η επιχείρηση κατάργησης της δυνατότητας διαπραγμάτευσης του κατώτερου μισθού, στην ουσία κατάργηση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), η οποία συνοδεύεται από την κατάργηση του 5ημερου, την κατάργηση του 8ωρου, τη σταδιακή κατάργηση των αποζημιώσεων απόλυσης, συνιστά κλιμάκωση της επίθεσης του κεφαλαίου εναντίον της εργατικής τάξης. Είναι διαδικασία της συμπίεσης της τιμής και της αξίας της εργατικής δύναμης, για την προστασία των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων από τις επιπτώσεις της κρίσης. Οι επιπτώσεις στο εισόδημα και τη ζωή των εργατικών και λαϊκών μαζών θα έχουν χαρακτηριστικά ολοκαυτώματος.

Από αυτό το δρόμο περνάει η διέξοδος του κεφαλαίου από την καπιταλιστική κρίση, προκειμένου να διασφαλίσει τους όρους για τη μέγιστη δυνατή ανάκαμψη των κερδών του την περίοδο της αναιμικής και σύντομης καπιταλιστικής ανάπτυξης που θα ακολουθήσει. Η επίπτωση των αλλαγών στην ΕΓΣΣΕ και της μείωσης που επιβλήθηκαν με το Μνημόνιο ΙΙ δεν αφορούσε, όπως ψευδώς ισχυρίζονται ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ, μόνον όσους αμείβονται με τον κατώτερο μισθό, αλλά το σύνολο της εργατικής τάξης, των υπαλλήλων, των άνεργων και των συνταξιούχων.

Οι λόγοι είναι οι εξής:
α) Ολες οι διαπραγματεύσεις των κλαδικών ΣΣΕ, πραγματοποιούνται με οδηγό την ΕΓΣΣΕ. Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι οι «προτάσεις» των μεγαλοεπιχειρηματιών στις διαπραγματεύσεις των κλαδικών ΣΣΕ και των επιχειρησιακών αφορούν μειώσεις που κυμαίνονται στην πλειοψηφία των κλάδων από 10% – 30%. Διόλου τυχαίο δεν είναι επίσης ότι μετά την ψήφιση του 4046/2012 (Μνημόνιο ΙΙ), οπότε και μειώθηκε ο κατώτερος μισθός του 2011 κατά 22% και για νέους έως 25 ετών κατά 32%, οι μεγαλοεπιχειρηματίες στην κυριολεξία ξεσάλωσαν, επιβάλλοντας μειώσεις μισθών σε όλους τους κλάδους.

β) Σε μεγάλους κλάδους εργαζομένων, όπως των Οικοδόμων που αλλάζουν κατά κανόνα διαρκώς εργοδότη και έχει λήξει η μετενέργεια, οι μεγαλοκατασκευαστές δεν προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις της ΣΣΕ εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες που εμποδίζουν το εργατικό κίνημα να δώσει την πρέπουσα απάντηση σε αυτή την επίθεση, επιδιώκοντας να ισχύσει καθολικά ο μισθός των 586 ευρώ μεικτά και 511 μεικτά για νέους μέχρι 25 ετών.

γ) Από το ύψος του κατώτερου μισθού καθορίζεται και το ύψος των επιδομάτων, όπως της ανεργίας, τα ειδικά εποχικά κ.ά., που το Μνημόνιο ΙΙ τα μείωσε κατά 22%.

δ) Από το ύψος του κατώτερου ημερομισθίου επηρεάζεται και το σύνολο των συντάξεων. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του υπουργού Εργασίας, Γιάννη Βρούτση, στις 9/8/12: «Δεν μπορεί να υπάρχουν μισθοί 586 ευρώ και συντάξεις 1.400 ευρώ»…

Οι σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου είναι τέτοιες που επιβάλλουν την παράκαμψη πλέον και της εργοδοτικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ από τις διαπραγματεύσεις του κατώτερου μισθού, οι οποίες φυσικά και όλα τα προηγούμενα χρόνια απέκλιναν από τις σύγχρονες ανάγκες.

Η όποια αγωνία του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού για τον έμμεσο αποκλεισμό του από τις διαπραγματεύσεις συνδέεται με την απώλεια του ρόλου του σαν ο βασικός διαπραγματευτής της εργατικής δύναμης, άρα και μεγάλες απώλειες των ερεισμάτων του στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις βαρύγδουπες «αντιμνημονιακές» του καταγγελίες για τη σταδιακή κατάργηση των ΣΣΕ, για τις παρεμβάσεις στον κατώτερο μισθό, με τις θέσεις του έχει συμβάλλει στην προετοιμασία του εδάφους γι’ αυτήν την πολιτική.

Συγκεκριμένα, το 2004 είχε καταθέσει πρόταση νόμου στη Βουλή για την καθιέρωση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος». Απαιτούσε κατ’ ουσία την επιβολή από την κυβέρνηση του «κοινωνικού μισθού», όπως τον ονόμαζε, κάτω και από τα επίσημα (αυτά που παρουσιάζει η αστική τάξη) όρια της φτώχειας. Αυτή η αντεργατική πρόταση νόμου, παρά τις φιοριτούρες (πάλη για πλήρη απασχόληση, αξιοπρεπείς μισθούς κλπ.) προωθούσε την παγίωση της πολιτικής λιτότητας. Οπως πάντοτε έτσι και σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, σταθερά προσηλωμένος στην ευρωενωσιακή στρατηγική, ασκεί κριτική στις αντιδραστικές αλλαγές στο πεδίο των Συλλογικών Συμβάσεων με την επίκληση της «καταστρατήγησης των αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου», δηλαδή του πλαισίου της Συνθήκης του Μάαστριχτ, της Στρατηγικής της Λισαβόνας, της Ευρώπης 2020, όλων δηλαδή των ευρωενωσιακών στρατηγικών που διακηρυγμένο στόχο έχουν να τσακίσουν μισθούς και δικαιώματα, για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων.

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση δε χωρά καμιά αναμονή και εφησυχασμός. Η επίθεση κεφαλαίου, κυβέρνησης και ΕΕ θα είναι ανελέητη. Η κατάργηση της ΕΓΣΣΕ συνιστά ζήτημα καταλυτικής σημασίας για το κεφάλαιο για να διαμορφώσει ένα μισθολογικό – εργασιακό τοπίο που θα στηρίζεται εξ ολοκλήρου στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στα ωρομίσθια, στα ωράρια λάστιχο σε μισθούς που θα κινούνται γύρω από τα 250 – 300 ευρώ.

Η εργατική τάξη, με ηγέτη την πρωτοπορία της, πρέπει τώρα να απελευθερώσει την τεράστια δύναμη που κρύβει μέσα της για να αναχαιτίσει το νέο αντιλαϊκό τσουνάμι στέλνοντας στα αζήτητα τον εργοδοτικό κυβερνητικό συνδικαλισμό, τους οπορτουνιστές και συνολικά τα κόμματα του ευρωμονόδρομου. Για να μην περάσει η κατάργηση των ΣΣΕ, για να πετύχει ικανοποιητικές αυξήσεις που θα φρενάρουν την εισοδηματική της κατρακύλα, για να μην περάσει η κατάργηση του 5ήμερου και 8ωρου. Για να καταργηθούν όλοι οι αντεργατικοί νόμοι των τελευταίων 20 ετών. Η πάλη αυτή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου και εξ αντικειμένου μπορεί να γίνει σημείο καμπής για την ανασύνταξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος.