4 Δεκεμβρίου 2020
ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Κάτω η κυβέρνηση – Εμπρός για το κίνημα της «αριστερής κυβέρνησης»

Τις προηγούμενες μέρες εμφανίστηκε μια κίνηση που παρουσιάζεται ως πρωτοβουλία 12 ομοσπονδιών, με την πραγματοποίηση μιας σύσκεψης ορισμένων εκπροσώπων τους. Ως κεντρικό ζήτημα σε αυτήν αναδείχθηκε ένα κάλεσμα για «κοινό συντονισμό και προετοιμασία για την προκήρυξη πολιτικής απεργίας, με στόχο την άμεση ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών και της κυβέρνησης που τις εφαρμόζει». Πρωταγωνιστές αυτής της κίνησης είναι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην στελέχη της ΠΑΣΚΕ που βρήκαν στέγη σε αυτόν, διάφοροι άλλοι πρόθυμοι στη στήριξη ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού. Η στόχευση είναι σαφής: Να αναδειχτεί ένα κέντρο, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο ομοσπονδίες και συνδικάτα όπου ο συσχετισμός ευνοεί τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, που να συμβάλλει στην επιδίωξη του κόμματος αυτού να αποτελέσει την επόμενη κυβέρνηση. Στόχευση που δεν αφορά μόνο τη μετατροπή του συνδικαλιστικού κινήματος σε εκλογικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τη διαμόρφωση ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού – υποστηρικτή της επίδοξης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κίνημα – εργαλείο, δηλαδή, για την ενσωμάτωση και χειραγώγηση των εργαζομένων, ώστε να μη συναντά αντιδράσεις η εφαρμογή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις έχει στο μείγμα διαχείρισης από τη σημερινή κυβέρνηση, συμπίπτει στη στρατηγική πλεύση, στο φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό.

Στο συλλαλητήριο που κάλεσαν αυτές οι δυνάμεις συμπαρατάχτηκε και ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, στον οποίο πρωτοστατούν δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο κάλεσμά τους γράφουν: «Αυτός ο δρόμος είναι ο ανυποχώρητος, ενωτικός, πολιτικός αγώνας διαρκείας των συνδικάτων και των εργαζομένων για την ανατροπή της άθλιας συγκυβέρνησης του κοινωνικού πολέμου, αλλά και συνολικά των πολιτικών του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου και της ΕΕ που εξαθλιώνουν τις ζωές μας».

Η στάση αυτή δεν προκαλεί εντύπωση, αφού ταυτίζεται με τη γραμμή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ . Ταυτίζονται με τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ , εκδηλώνονται στις ανακοινώσεις της στο άμεσο κάλεσμα για δράση ότι «είναι επιτακτικό να προκηρυχθεί τώρα νέα πανεργατική πολιτική απεργία … Για να κλιμακωθεί ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης… Μπορούμε να τους ρίξουμε – μπορούμε να βγούμε νικητές» (Ανακοίνωση της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τις εξελίξεις στην ΕΡΤ).

Ο διαχωρισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ΣΥΡΙΖΑ αφορά τις χοντρές γραμμές της επίσημης διαχειριστικής πολιτικής του, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει σχέσεις με τμήματά του, για την αριστεροποίησή του. Αλλωστε, υπάρχει η βάση για τέτοιες σχέσεις, καθώς το θέμα δεν είναι το πώς αυτοπροσδιορίζεται ο κάθε πολιτικός φορέας, αλλά κατά πόσο οι θέσεις και η δράση του αντιστοιχούν στους επιθετικούς προσδιορισμούς που χρησιμοποιεί. Και στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η αντικαπιταλιστική σάλτσα δεν μπορεί να καλύψει το διαχειριστικό πιάτο του λεγόμενου μεταβατικού πολιτικού προγράμματος που σερβίρουν ως επαναστατικό και ανατρεπτικό. Στόχοι όπως η κατάργηση των μνημονίων, η διαγραφή του χρέους, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, εφόσον δε συνδέονται με κατεύθυνση πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας, από μόνοι τους δεν είναι ριζοσπαστικοί. Στην πραγματικότητα, αποτελούν μια διαφορετική πολιτική διαχείρισης της κρίσης και διεξόδου από αυτή.

Η λογική του μεταβατικού προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αποτελεί αντικαπιταλιστική πολιτική όπως ισχυρίζεται, αφού η υλοποίησή του δεν απαιτεί την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, έτσι αντικειμενικά είτε αυτό ομολογείται είτε όχι, η λογική του μεταβατικού προγράμματος στρώνει χαλί για την κυβέρνηση στο έδαφος της αστικής εξουσίας που θα το υλοποιήσει. Ωστόσο, για να μην πέσει ο αντικαπιταλιστικός μανδύας και μείνει ο βασιλιάς γυμνός, παραπέμπουν για μελέτη «το ζήτημα της σχέσης κράτους, επανάστασης, εξουσίας και κυβέρνησης στη νέα εποχή της ταξικής πάλης». Δηλαδή, δεν τοποθετούνται στο πιο σημαντικό ζήτημα για την πολιτική ενός κόμματος που θέλει να είναι επαναστατικό, το ζήτημα της στάσης απέναντι σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού και μάλιστα σε συνθήκες που διαμορφώνονται δυνατότητες για τη λεγόμενη «κυβέρνηση της Αριστεράς».

Πότε άραγε θα το μελετήσουν; Αφού θα στηρίξουν τη λεγόμενη «κυβέρνηση της αριστεράς»;

Θα έλεγε κάποιος, πού είναι το κακό; Δεν μπορεί να αποτελέσει άξονα της πάλης η ανατροπή της συγκυβέρνησης που φορτώνει ολοένα και περισσότερα βάρη στο λαό;

Και αυτή και κάθε αστική κυβέρνηση όποιο επίθετο και αν έχει είναι εχθρός της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Το ΚΚΕ είναι αντίπαλός τους. Αλλωστε, δίνει όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα ενάντια στα αντεργατικά αντιλαϊκά μέτρα που εφαρμόζει αυτή ως ανάγκη της τάξης που εκπροσωπεί, τους βιομήχανους, εφοπλιστές, τραπεζίτες, μεγαλέμπορους, σε συνεργασία με τους διεθνείς συμμάχους της. Το ΚΚΕ κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για τη μαζικοποίηση των σωματείων, την κατοχύρωση του ταξικού τους προσανατολισμού, για την ισχυροποίηση της Λαϊκής Συμμαχίας. Ωστόσο, για να φύγει όχι μόνο αυτή αλλά και κάθε αντιλαϊκή κυβέρνηση από τη μέση χρειάζεται πριν από όλα να φύγουν από τη μέση αυτοί που υπηρετεί, τα μονοπώλια, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι. Διαφορετικά, φιλολαϊκός δρόμος δεν ανοίγει αν η εξουσία των μονοπωλίων μένει άθιχτη όσες κυβερνήσεις και αν αλλάξουν όποιο όνομα και αν πάρουν. Και αποδεικνύεται ότι το σύστημα έχει πολλές εφεδρείες όσο η συζήτηση γίνεται εντός των τειχών.

Κάθε άλλη προσέγγιση, πόσο μάλλον η προβολή ενός συνθήματος του τύπου «μπορούμε να τους ρίξουμε» καταλήγει στο διαχωρισμό κυβέρνησης – εξουσίας, οδηγεί αντικειμενικά στο να προτάσσεται ως άμεσος στόχος η εναλλαγή του κυβερνητικού διαχειριστή στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας.

Το δίλημμα δε ότι η κυβέρνηση είτε θα πέσει από τους αγώνες από τα κάτω είτε μέσα από το κοινοβούλιο είναι ψεύτικο γιατί το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Δηλαδή, τίποτα δεν αποκλείει ότι ένα εργατικό – λαϊκό κίνημα μπορεί να γίνει ο θιασώτης μιας αστικής εναλλαγής που θα αποτυπωθεί κοινοβουλευτικά. Αυτό, άλλωστε, επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τα συνθήματα αυτά αντικειμενικά υποβοηθούν το πλαίσιο της κυβερνητικής μεταμφίεσης, αφού -ανεξάρτητα από το κυβερνητικό σχήμα- το κράτος του κεφαλαίου χρειάζεται προσαρμογές (λιγότερο δαπανηρούς κρατικούς οργανισμούς, μεταφορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο ακόμα και δικτύων, όπως των ψηφιακών συχνοτήτων κ.λπ.). Δηλαδή, σε μια περίοδο που εξελίσσεται η αναμόρφωση καπιταλιστικών δομών και του αστικού πολιτικού συστήματος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βλέπει ως «αστάθεια του πολιτικού συστήματος» που «θα συνεχιστεί και θα οξυνθεί» μόνο το λεγόμενο «κεντροδεξιό» πόλο (ΝΔ – κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ) και ουσιαστικά υποστηρίζει τον «αριστερό», κάνοντας κριτική στις προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ εν αναμονή της ανάδειξης διακυβέρνησης.

Αντικειμενικά, η οριοθέτηση ως άμεσου πολιτικού στόχου της ανατροπής της κυβέρνησης δίνει αέρα στα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική ανάδειξής του σε κυβέρνηση, καθιστώντας όσες δυνάμεις το υιοθετούν όπως και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δορυφόρο του ενός πόλου.

Οσο η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν είναι αποφασισμένοι να κάνουν το βήμα σύγκρουσης με την αστική εξουσία, όσο ευελπιστούν σε μια θετική αλλαγή μέσω του κοινοβουλίου και των αστικών θεσμών, τότε το σύνθημα της ανατροπής της κυβέρνησης δεν μπορεί παρά να αποτελεί σύνθημα υποστήριξης της αστικής εναλλαγής. Και βέβαια αυτό το σύνθημα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συμβάλει στην προετοιμασία για αυτήν τη σύγκρουση, δε συμβάλλει στο να ωριμάσει αυτή η λογική, αφού στις σημερινές συνθήκες πτώση της κυβέρνησης μπορεί να νοηθεί μόνο κοινοβουλευτικά είτε στηρίζεται στο κίνημα είτε όχι. Βεβαίως, ανατροπές στη σύνθεση της κυβέρνησης είχαμε και θα έχουμε για όσο διάστημα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για ανατροπή της εξουσίας. Αλλο αυτό και άλλο να θεωρείται ότι η ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά αποτελεί τη λύση.

Σε αυτές τις συνθήκες, το επαναστατικό κόμμα είναι υποχρεωμένο να δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι η αστική εναλλαγή αλλά η αλλαγή της τάξης στην εξουσία, και έτσι να προβάλλει τη δική του αντίληψη «διακυβέρνησης» με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της στην εξουσία, δηλαδή της εργατικής – λαϊκής εξουσίας, την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων κ.λπ. Στις σημερινές, το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να έχει τη θέση της εργατικής – λαϊκής αντιπολίτευσης στο κεφάλαιο, την εξουσία του και τις κυβερνήσεις του και από αυτήν τη θέση να συμβάλει στην οργάνωση του κινήματος της εργατικής τάξης, στην προώθηση της Λαϊκής Συμμαχίας.

Υπάρχει ανάγκη σήμερα να ανέβει η πολιτικοποίηση του κινήματος; Η απάντηση είναι σαφέστατα καταφατική. Μπορεί αυτή να επιτευχθεί με τον εγκλωβισμό του αγώνα σε ορισμένα αμυντικά αιτήματα με στόχο να τα ικανοποιήσει μια άλλη κυβέρνηση στο καπιταλιστικό έδαφος; Σίγουρα όχι. Το αντίθετο θα συμβαίνει, αντί οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις να προσπερνούν κοινοβουλευτικές αυταπάτες, θα ενισχύεται η προσμονή κάποιας λύσης από τα πάνω.

Πολιτικοί στόχοι στο σήμερα είναι τα βήματα στην αντικαπιταλιστική – αντιμονοπωλιακή γραμμή, είναι η συσπείρωση εργατικών λαϊκών δυνάμεων σε γραμμή πάλης που έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική του κεφαλαίου, που απεγκλωβίζεται από τα διάφορα διλήμματα της αστικής διαχείρισης, που συγκρούεται με την εξουσία των μονοπωλίων.

Πολιτικοποίηση του εργατικού κινήματος μπορεί να υπάρξει στο βαθμό που η εργατική τάξη χειραφετείται ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά από την αστική πολιτική και κάθε πτέρυγά της. Γιατί η πολιτικοποίηση του κινήματος δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη γραμμή πάλης για την εξουσία.

ΝΕΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΣΗΣ

Στην υπηρεσία των μονοπωλίων η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας

• Από τη δεκαετία του ’80 προσπαθούν να καταλύσουν την αργία της Κυριακής

• Και στον τζίρο των συνοικιακών αγορών προσβλέπουν οι πολυεθνικές

• Τεράστιες οι ευθύνες ΣΥΡΙΖΑ και συνδικαλιστικών ηγεσιών που συζήταγαν τους …όρους λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές

Την κυριακάτικη αργία που κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή δεν τόλμησε να αγγίξει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 1986, ούτε η κυβέρνηση της ΝΔ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, επιχειρούν να καταλύσουν τώρα και οι δύο μαζί στη συγκυβέρνηση που δημιούργησαν, προκειμένου να δοθεί η απαιτούμενη ώθηση στις σύγχρονες αξιώσεις της πλουτοκρατίας και του κεφαλαίου.

Οι σχετικές ανακοινώσεις έγιναν το μεσημέρι της Πέμπτης που μας πέρασε. Το πακέτο του νομοσχεδίου που παρουσίασε ο υπουργός Ανάπτυξης, μαζί με ορισμένες ρυθμίσεις για τη λεγόμενη αυστηροποίηση των ποινών για θέματα αγοράς, προβλέπει:

Πρώτον: Την κατάργηση της αργίας της Κυριακής. Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο νομοσχέδιο, κάθε κατάστημα που είναι μέχρι 250 τετραγωνικά μέτρα, θα μπορεί να παραμένει ανοιχτό κάθε Κυριακή, όλες τις Κυριακές του χρόνου.

Το σοβαρότερο επιχείρημα που προβάλλουν, είναι η αύξηση που θα επέλθει δήθεν στις λιανικές πωλήσεις, μια εκτίμηση που δεν είναι απλά αυθαίρετη. Αποτελεί πρόκληση απέναντι στα εκατομμύρια των λαϊκών νοικοκυριών, τα οποία σταμάτησαν να ψωνίζουν όχι επειδή βρίσκουν τα καταστήματα κλειστά τις Κυριακές, αλλά εξαιτίας της χρεοκοπίας στην οποία έχουν καταδικαστεί από τη φιλομονοπωλιακή πολιτική των κυβερνώντων. Το μέτρο στην προοπτική του θα ευνοήσει σαφώς τα μεγάλα, τα πολύ μεγάλα καταστήματα, αλλά κανέναν άλλον. Για όλους τους άλλους τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Το μόνο που θα συμβεί με την κατάργηση της αργίας της Κυριακής, είναι:

• Θα αποκτήσει ακόμα πιο μαζικό χαρακτήρα η εντελώς ελαστική, ολιγόωρη απασχόληση των εργαζομένων στο εμπόριο και τις υπηρεσίες με μηνιάτικα του επιπέδου των 200 και 220 ευρώ.

• Θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες αποβολής από την αγορά, κοινώς εξαφάνισης, δεκάδων χιλιάδων αυτοαπασχολουμένων, οι οποίοι δε θα καταφέρουν να ακολουθήσουν τους εξοντωτικούς ρυθμούς της εργασίας 7 μέρες τη βδομάδα, δώδεκα ώρες τη μέρα.

Για το άλλο επιχείρημα, εκείνο που λέει ότι η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας θα ευνοήσει την αύξηση του τουρισμού και ειδικότερα του τουρισμού κρουαζιέρας, αναρωτιέται κανείς για πόσο ηλίθιους μας περνάνε… Αλλά στις περιοχές που έχουν ήδη χαρακτηριστεί τουριστικές ισχύει καθεστώς λειτουργίας των καταστημάτων και τις Κυριακές.

Δεύτερον: Τα καταστήματα, που είναι πάνω από 250 τετραγωνικά μέτρα, θα μπορούν να ανοίγουν 7 Κυριακές το χρόνο, κατά τις περιόδους των γιορτών των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των εκπτώσεων.

Το μέτρο της κατάργησης της κυριακάτικης αργίας αποτελεί συστατικό στοιχείο και αναγκαία ρύθμιση στο πλαίσιο της πολιτικής που θέλει να μετατρέψει την αγορά σε χώρο όπου ανενόχλητες θα μπορούν να δραστηριοποιούνται οι πολυεθνικές και οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι.

Τρίτον: Θεσπίζονται άλλες δύο ενδιάμεσες εκπτωτικές περίοδοι πέρα από τις χειμερινές και καλοκαιρινές που παραμένουν. Οι νέες εκπτωτικές περίοδοι θα είναι το πρώτο δεκαήμερο του Μάη και το πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη.

Τέταρτον: Αλλάζει ολόκληρο το πλαίσιο των κανόνων διακίνησης, εμπορίας προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, με στόχο οι επιχειρήσεις να «πωλούν περισσότερα προϊόντα σε περισσότερα σημεία, έτσι ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να διευρυνθούν οι επιλογές του καταναλωτή».

Αξιώνουν τα πάντα οι πολυεθνικές

Ο μεγαλύτερος χρόνος και οι περισσότερες εκπτωτικές περίοδοι, η λογική των επιχειρήσεων θα πουλάνε όλο και περισσότερα σε όλο και πιο πολλά σημεία πώλησης, η κατάργηση κάθε υγειονομικού ελέγχου για τον τρόπο και τον τόπο πώλησης ακόμα και ειδών διατροφής, όλα αυτά προετοιμάζουν το έδαφος για τη μεγάλη επίθεση που σχεδιάζουν να εξαπολύσουν τα πολυεθνικά μεγαθήρια, και στο πιο …λιανικό κομμάτι της αγοράς. Αλλοτε, θεωρούνταν απίθανο μια μεγάλη επιχείρηση να ασχοληθεί με τη διακίνηση εμπορευμάτων σε μικρές αγορές. Ωστόσο, η μεγάλη συγκέντρωση κεφαλαίων που υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες και η συνεχιζόμενη συγκεντροποίηση της παραγωγής «αναγκάζουν» τώρα τις πολυεθνικές με τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια να αναζητούν κέρδη όχι μόνο στις μεγάλες ανά τον κόσμο μπίζνες, αλλά και στην πώληση εσωρούχων στις μικρές γειτονιές. Για να λειτουργήσουν όμως αποκομίζοντας κέρδη, υπάρχει ανάγκη να προσαρμοστεί αναλόγως το νομοθετικό πλαίσιο. Σήμερα, για παράδειγμα, υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις, υγειονομικού ή πολεοδομικού ή άλλου χαρακτήρα, τις οποίες οφείλουν να τηρούν οι επιχειρήσεις. Για παράδειγμα δεν μπορεί να λειτουργεί φαρμακείο με ανειδίκευτο εργάτη, ούτε μπορεί να ανοίξει βενζινάδικο στο χώρο στάθμευσης ενός πολυκαταστήματος. Αυτά όλα πρέπει να αλλάξουν. Ωστε, να μπορούν οι μεγάλες επιχειρήσεις να κινούνται κατά το δοκούν και όπως κάθε φορά υπαγορεύει το συμφέρον τους.

Σε αυτήν τη φάση, οι αξιώσεις τους κινούνται στη λογική να μπορεί η κάθε επιχείρηση -να είναι ελεύθερος ο επενδυτής, το λένε αυτοί οι άθλιοι- να πουλάνε όλες τις ώρες και όλες τις μέρες, ό,τι θέλουν, στα εμπορικά καταστήματα που διατηρούν. Και τρόφιμα, και είδη νοικοκυριού, και ρουχισμό, και ηλεκτρικά είδη, όπως έχουν εξασφαλίσει μέχρι τώρα. Και θέλουν να το επεκτείνουν για να πουλάνε ελεύθερα και ψωμί, και έτοιμο φαγητό, και φάρμακα, και τσιγάρα, και εφημερίδες, και καύσιμα, θέλουν να πουλάνε τα πάντα και ταυτόχρονα επιδιώκουν να δημιουργήσουν μέσα στα καταστήματά τους και διάφορες γωνιές παροχής υπηρεσιών. Μόνιμες ή σταθερές. Τούτη την περίοδο, για παράδειγμα, πολύ θα ήθελαν να στήσουν έναν γκισέ για τη συμπλήρωση φορολογικών δηλώσεων. Το χειμώνα, θα μπορούσαν να κάνουν εμβόλια για τη γρίπη. Κάποιοι άλλοι θα μετράνε το σάκχαρο, για να προωθήσουν τα μηχανάκια μέτρησης και τις ταινίες.

Πιθανό, αφού εξασφαλίσουν σήμερα το «οκ» της συγκυβέρνησης, μετά από λίγα χρόνια, να προκύψουν νέες αξιώσεις, για νέες ρυθμίσεις και νέα μέτρα. Ε, κι αυτό το έχει προβλέψει η κυβέρνηση και, όπως είπε ο υπουργός Χατζηδάκης, το κανονιστικό πλαίσιο θα μπορεί να αλλάζει κάθε πενταετία.

Η λαϊκή συμμαχία

Οπως εύστοχα επισήμαναν οι δυνάμεις της κοινωνικής συμμαχίας, πριν περίπου ένα μήνα, όταν έγιναν γνωστές οι τελικές προθέσεις της κυβέρνησης, τα μέτρα αυτά όχι μόνο δεν ικανοποιούν κάποιο λαϊκό αίτημα, αλλά αντίθετα θα προκαλέσουν αρνητικές συνέπειες, που θα πληρώσουν ακριβά τα λαϊκά στρώματα.

Στέλνοντας το μήνυμα πλήρους καταδίκης των κυβερνητικών σχεδιασμών, οι δυνάμεις ΠΑΜΕ – ΠΑΣΕΒΕ – ΠΑΣΥ – ΜΑΣ – ΟΓΕ, καλούν τους εργαζόμενους να εντείνουν τους αγώνες τους, προβάλλοντας ως άμεσους στόχους διεκδίκησης:

1. Νομοθετική κατοχύρωση της Κυριακής αργίας.

2. Επαναφορά της κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για το εμπόριο στα 918 ευρώ μεικτά για όλους ανεξαρτήτως ηλικίας, ως βάση για την υπογραφή νέας κλαδικής Σύμβασης, με κατάργηση των μειώσεων που προβλέπει για το κατώτερο μεροκάματο ο εφαρμοστικός νόμος 4046.

3. Επαναφορά της υποχρεωτικότητας της εφαρμογής των ΣΣΕ για όλους τους εργαζόμενους στον κλάδο.

4. Να καταργηθούν όλοι οι νόμοι και οι διατάξεις που απελευθερώνουν το ωράριο.

5. Κατάργηση της μερικής απασχόλησης και του ωρομίσθιου, των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όλων των ελαστικών μορφών εργασίας και μετατροπή τους σε 8ωρες συμβάσεις αορίστου χρόνου.

6. Θεώρηση ασφαλιστικού βιβλιαρίου για κάθε άνεργο και άνεργη εμποροϋπάλληλο, για κάθε αυτοαπασχολούμενο και μικρό έμπορο ανεξάρτητα από χρέη.

7. Σε κανένα σπίτι άνεργου – άνεργης εμποροϋπάλληλου – αυτοαπασχολούμενου – μικρού εμπόρου να μην κοπεί το ρεύμα.

8. Να καταργηθούν τώρα όλα τα χαράτσια (ΔΕΗ – ΕΦΟΡΙΑΣ).

Ευθύνες για τις εξελίξεις που υπάρχουν στο θέμα της κατάργησης της αργίας της Κυριακής δεν έχουν μόνο η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, τα κόμματα που από κοινού και επί ένα χρόνο σχεδίαζαν τον τρόπο που θα προωθηθεί για εφαρμογή το μέτρο. Ευθύνη για την πολιτική εξυπηρέτησης των μονοπωλίων και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, έχουν και δυνάμεις όπως, για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη του οποίου, από τη στιγμή και μόνο που ξεκινούν συζητήσεις για τον δήθεν …εκσυγχρονισμό των όρων λειτουργίας της αγοράς και άλλα παρόμοια, ουσιαστικά βάζουν πλάτη στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Πρόκειται για συζητήσεις που στην ημερήσια διάταξη βάζουν αρχικά φορείς υπεράσπισης των συμφερόντων του κεφαλαίου, σαν τον ΣΕΒ και το ΕΒΕΑ, εκείνοι όμως που αναλαμβάνουν να αναλύσουν τις προτάσεις αυτές και να προτείνουν, δήθεν αντιπαραθετικά, ένα διαφορετικό μείγμα εφαρμογής των προτάσεων αυτών, σιγοντάρουν στην τακτική της επιθετικότητας του κεφαλαίου και των συνεχών υποχωρήσεων του λαϊκού κινήματος. Γιατί, εδώ που τα λέμε όταν στο σύνθημα – αξίωση του κεφαλαίου «κάτι πρέπει να κάνουμε για τις Κυριακές», η απάντηση είναι «πόσες Κυριακές προτείνετε να λειτουργούν τα καταστήματα;», ή «τι θα γίνει με τον εκκλησιασμό των εργαζομένων;» τότε ανεξάρτητα από τα όσα λέγονται στα λόγια, παίζεις το παιχνίδι των αφεντικών και της εργοδοσίας.

Μεγάλες ευθύνες έχουν και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΒΕΕ και της ΕΣΕΕ, που ουδέποτε τήρησαν στάση αρχών γύρω και από αυτό το θέμα. Η μοναδικά σωστή, από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των αυτοαπασχολουμένων, θέση θα ήταν να μην υπάρχει η παραμικρή συζήτηση, ούτε καν νύξη, για το θέμα της Κυριακής. Αυτοί όμως και τη συζήτηση δέχτηκαν και τα αιτήματα της οικονομικής ολιγαρχίας συζήτησαν και έμειναν να …τσακώνονται για το πώς θα ρυθμιστεί τελικά η αγορά και ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Αλλωστε, η ΕΣΕΕ, που στην ουσία εκπροσωπεί το μεγάλο εμπορικό κεφάλαιο, ενώ έδειχνε να διαφωνεί με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, πρότεινε τη λειτουργία των καταστημάτων για 4 με 6 Κυριακές, ενώ υπονομεύοντας παραπέρα την κυριακάτικη αργία, πρότεινε να αποφασίζουν για το ζήτημα οι τοπικοί Εμπορικοί Σύλλογοι.

Το ΚΚΕ, με συνέπεια και χωρίς την παραμικρή ταλάντευση, στηρίζει το αίτημα των εργαζομένων στο εμπόριο και των αυτοαπασχολουμένων μικρών εμπόρων για διατήρηση της αργίας της Κυριακής. Επιπλέον προτείνει, όπως φαίνεται και από ερώτηση που κατέθεσε πρόσφατα στη Βουλή τη νομιμοποίηση της κυριακάτικης αργίας, ώστε να μην μπορεί κανείς και με οποιοδήποτε πρόσχημα να την παρακάμπτει.

Οι κυβερνητικές μεθοδεύσεις δε θα μείνουν αναπάντητες. Ηδη δεκάδες σωματεία σε όλη τη χώρα καλούν σε οργάνωση της πάλης κατά της κατάργησης της Κυριακής Αργίας, όπως: Ο Σύλλογος Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, τα σωματεία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, Ενωση Εμποροϋπαλλήλων Θεσσαλονίκης, Εργαζομένων στις Επιχειρήσεις «ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ ΑΕΕΕ», εργαζομένων «LIDL HELLAS», εργαζομένων «HOUSE MARKET» Θεσσαλονίκης, Πανελλαδικό Σωματείο εργαζομένων στο «ΜΑΚΡΟ», Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Θεσσαλονίκης, Παράρτημα Πανελλαδικού Σωματείου εργαζομένων στις επιχειρήσεις «ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΚΑΡΦΟΥΡ», Παράρτημα Πανελλαδικού Σωματείου Εργαζομένων στην «PRAKTIKER HELLAS», ο Σύλλογος Μικρών και Αυτοαπασχολούμενων Εμπόρων Θεσσαλονίκης και ο Εμπορικός Σύλλογος Ευόσμου, Εμποροϋπαλλήλων και λοιπών Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ν. Ιωαννίνων, Ιδιωτικών Υπαλλήλων Αγρινίου «Η ΕΝΩΣΗ», Εμποροϋπαλλήλων και λοιπών Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ν. Θεσπρωτίας, Κερκυραϊκός Σύνδεσμος Ιδιωτικών Υπαλλήλων, Ιδιωτικών Υπαλλήλων Λευκάδας «Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ», Εμποροϋπαλλήλων Ν. Αρτας και Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ν. Πρεβέζης.